απουρώ

απουρώ
(I)
ἀπουρῶ (-έω) (Α)
αποβάλλω κατά την ούρηση.
————————
(II)
ἀπουρῶ (-όω) (Α) [ούρος]
έχω αντίθετο άνεμο, όχι ούριο.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”